Μείωση της διαφοράς τεκμηρίων με εισόδημα από χρεόγραφα.

Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν επικαλούμαστε συγκεκριμένα ποσά για να καλύψουμε μια ενδεχόμενη διαφορά στα τεκμήρια σε σχέση με τα εισοδήματα μας και ειδικά στις περιπτώσεις που τα ποσά αυτά αφορούν πράξεις που έχουν γίνει στο παρελθόν.

Μια τέτοια περίπτωση είναι η είσπραξη ομολόγου (Χρεογράφου) μετά τη λήξη του. Η αγορά ενός ομολόγου πριν την 01/01/2014 δεν αποτελούσε τεκμήριο κάτι το οποίο άλλαξε σύμφωνα με τον καινούργιο φορολογικό νόμο 4172/2013. Με βάση τις διατάξεις του νέου νόμου η αγορά χρεογράφων αποτελεί αντικειμενική δαπάνη η οποία λαμβάνεται υπ’ όψη για τον προσδιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος.

Στην περίπτωση που επικαλούμαστε εισροή χρηματικών κεφαλαίων από την είσπραξη ομολόγου μετά τη λήξη του για παράδειγμα το οποίο είχε αγοραστεί πριν από την 01/01/2014 και δεν είχε δηλωθεί ως αντικειμενική δαπάνη, γιατί δεν υπήρχε τότε η αντίστοιχη υποχρέωση, τότε από το ποσό αυτό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό της αγοράς κατά τον αντίστοιχο χρόνο.

Η μείωση λοιπόν της θετικής διαφοράς μεταξύ τεκμαρτού και πραγματικού εισοδήματος, η οποία αποτελεί φορολογητέο εισόδημα, μπορεί να γίνει με την επίκληση χρηματικών κεφαλαίων αρκεί να αφαιρεθεί από αυτά το κόστος απόκτησής των στη περίπτωση που δεν είχε δηλωθεί στις φορολογικές δηλώσεις.

Επίσης αφαιρείται το κόστος απόκτησης χρηματικού κεφαλαίου π.χ ομολόγου στη περίπτωση που είχε δηλωθεί σε παλαιότερο χρόνο η απόκτηση του και επικαλούμαστε σε νεότερο χρόνο τη ρευστοποίησή του και όχι ανάλωση κεφαλαίου για τη μείωση της διαφοράς μεταξύ τεκμαρτού και πραγματικού εισοδήματος.